Βίος καί πολιτεία τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου
πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (325-337)
Τόν ἅγιο Ἀλέξανδρο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τόν συναντοῦμε πρώτη φορά στίς ἱστορικές πηγές κατά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συγκλήθηκε ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντίνο στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325. Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, «ἀνήρ θεοφιλής», ἦταν τότε πρεσβύτερος στό ἀξίωμα καί εἶχε ἡλικία ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη τῶν 70 ἄν ὄχι τῶν 80, ἐτῶν. Τόν ἐπισκοπικό θρόνο τοῦ Βυζαντίου κατεῖχε ὁ ἅγιος Μητροφάνης, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ἦταν ὑπέργηρος καί ἀσθενής δέν ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο, ἀλλά ἔστειλε ἀντιπρόσωπο τόν «συμπρεσβύτερό του» ἅγιο Ἀλέξανδρο, πού εἶχε ἀπό πολλῶν ἐτῶν βοηθό καί συνεργάτη στό ἔργο του.
1. Τά πρῶτα χρόνια
Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος γεννήθηκε περί τό 240. Ὡς ἐκ τούτου, ἔζησε σέ παιδική ἤ νεανική ἡλικία τούς τελευταίους μεγάλους διωγμούς κατά τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς αὐτοκράτορες Δέκιο (250) καί Βαλεριανό (257-260) καί σέ ὥριμη ἡλικία τούς διωγμούς τοῦ Διοκλητιανοῦ (303-305) καί τοῦ Γαλέριου Μαξιμιανοῦ (305-311).
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΪΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ
ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς γεννήθηκε γύρω στά 1714 στό χωριό Μέγα Δένδρο τῆς Αἰτωλίας ἀπό γονεῖς ἁπλούς καί εὐλαβεῖς, πού τοῦ μετέδωσαν φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τά ἱερά Γράμματα.
Σέ ἡλικία εἴκοσι περίπου ἐτῶν ἀνεβαίνει στό Ἅγιον Ὅρος γιά νά σπουδάσει στήν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία, πού εἶχε πρό ὀλίγου ἱδρυθεῖ ὡς ἐξάρτημα τῆς Μονῆς Βατοπεδίου καί ὅπου δίδασκε ὁ περίφημος Εὐγένιος Βούλγαρης. Οἱ ἀντιδράσεις ὅμως πού προκλήθηκαν ἀπό τήν ἵδρυση αὐτῆς τῆς Σχολῆς ἀνάγκασαν σύντομα τόν Βούλγαρη καί τούς ἄλλους ὀνομαστούς διδασκάλους νά ἐγκαταλείψουν τόν Ἄθω· ἔτσι ἡ Ἀθωνιάδα περιέπεσε σέ παρακμή (1759). Αὐτό, ὡς σημεῖο τῆς θείας Πρόνοιας, ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή γιά νά ἀφήσει ὁ νεαρός Κοσμᾶς τίς σπουδές καί νά στραφεῖ στή μοναχική ζωή. Εἰσῆλθε στή Μονή Φιλοθέου, ὅπου σύντομα ἀξιώθηκε λόγω τῶν πνευματικῶν του χαρισμάτων νά χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος.
ΟΜΙΛΙΑ στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου
Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Αν ο θανατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπό ἐγκώμια (Παρμ. 10,7), πόσο μᾶλλον τή μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διά τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλος ὁ ἁγιασμός στούς ἁγίους, δηλ. τή μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καί Θεομήτορος, πρέπει νά τήν ἐπιτελοῦμε μέ τίς μεγαλύτερες εὐφημίες;
Αὐτό πράττουμε ἑορτάζοντας τήν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἤ μεταστάσεώς της (μεταβιώσεως), πού ἄν καί μέ αὐτή εἶναι λίγο κατώτερη ἀπό τούς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σέ ἀσύγκριτο βαθμό καί τούς ἀγγέλους καί τούς ἀρχαγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις μέ τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό καί μέ τά ἀπό παλαιά γραμμένα καί πραγματοποιηθέντα σ' αὐτή θαυμάσια.




