05 Μαρ2013
22 Φεβ2013
ΙΒ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΙΒ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
μέ θέμα: «Λόγος πρός τόν ποιμένα» (μέρος Α΄)
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου
μέ θέμα: «Λόγος πρός τόν ποιμένα» (μέρος Α΄)
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου
Πραγματοποιήθηκε τήν Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Σώστη (λεωφ. Συγγροῦ) ἡ δωδέκατη Ἱερατική Σύναξη γιά τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. Στή Σύναξη αὐτή ὁμιλητής ἦταν ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Χριστοφόρος Νάνος, Πνευματικῶς προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγίτσα) Παλαιοῦ Φαλήρου. Θέμα τῆς εἰσηγήσεώς του ἦταν ἡ παρουσίαση καί ἡ ἐμβάθυνση στό Α΄ μέρος τοῦ ἔργου «Λόγος πρός τόν ποιμένα» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου (§§ 1-50).Ὁ ὁμιλητής εἶχε ἑτοιμάσει καί διένειμε ἀπό τήν ἀρχή στούς ἱερεῖς δεκασέλιδο φυλλάδιο μέ ἐπιλεγμένα πατερικά ἀποσπάσματα τοῦ λόγου αὐτοῦ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου (πρωτότυπο κείμενο καί σέ νεοελληνική μετάφραση). Παράλληλα μέ τήν ὁμιλία, γινόταν καί φωτεινή παρουσίαση εἰκόνων τοῦ Ἁγίου καί φωτογραφιῶν ἀπό τήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης Σινᾶ (μέ τή χρήση προγράμματος PowerPoint), ὥστε να ἐντείνεται μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ προσοχή τῶν ἱερέων. Ἐπίσης, ὁ π. Χριστοφόρος διένειμε ὡς εὐλογία καί μιά εἰκόνα τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, ἔχοντας ἐπισημειώσει στήν πίσω ὄψη τό ἑξῆς: «Ἡ πνοή τοῦ Παρακλήτου ἀναδεικνύει τόν ποιμένα».
Ἐκτενεῖς τοποθετήσεις ἀπό τούς συμμετέχοντες ἱερεῖς δέν ἀκολούθησαν, πλήν ἐκείνης τοῦ π. Δημοσθένους Παπακωστόπουλου, ὁ ὁποῖος συνεχάρη τόν ὁμιλητή γιά τήν παρουσίαση, τή σαφήνεια καί τή χάρη τῆς ὁμιλίας. Συμπλήρωσε δέ ὅτι ἡ θεολογία, δηλαδή τό περί Θεοῦ λέγειν, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης «ὄρος ἐστιν ὡς ἀληθῶς ἄναντες καί δυσπρόσιτον ἡ θεολογία, ἧς μόλις ὁ πολύς λεώς τῆς ὑπωρείας φθάνει. Ὅσον ἀφορᾶ σέ μᾶς, χρειάζεται ὀργανική σχέση μέ τήν Ἐκκλησίας, ἀξιοποίηση τοῦ χαρίσματος, καί κυρίως ἀγώνα, προσοχή καί προσευχή.
Ἡ Ἱερατική Σύναξη ἔκλεισε μέ τά λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Συμεών, ὁ ὁποῖος βέβαια εὐχαρίστησε τόν ὁμιλητή γιά τήν παρουσίαση πού ἔκανε μέ τή δέουσα παραστατικότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια. Ὁ λόγος αὐτός «πρός τόν ποιμένα» ἀποτελεῖ ἕνα κατ’ ἐξοχήν ἀσκητικό ἔργο, πού θέτει θεμελιώδη ἀξιώματα στό ἐπίπεδο ποιμαντικῆς τῶν ἀνθρώπων πού ἀκολούθησαν τήν ἀσκητική ζωή. Καί κατέληξε λέγοντας ὅτι κι ἐμεῖς ὀφείλουμε ὄχι ἐπιπόλαια ἤ ὑποκριτικά νά καθοδηγοῦμε τίς ἀθάνατες ψυχές πού ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐνεπιστεύθη.
*
Α. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ. Ὁ π. Χριστοφόρος ἀναφέρθηκε ἀρχικῶς στά βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου. Γεννήθηκε στήν Παλαιστίνη περί το 523 μ.Χ. καί σέ ἡλικία 16 ἐτῶν ἔγινε μοναχός στή Μονή τοῦ Σινᾶ. Διακρίθηκε γιά τήν ἀρετή του, τήν ὑπακοή του καί τήν ὁλόψυχη ἀφιέρωσή του στό Θεό. Μετά παρέλευση 16 ἐτῶν κοινοβιακῆς ζωῆς ἐξῆλθε τῆς Μονῆς καί ἔζησε ἐν ἡσυχίᾳ καί ἀσκήσει στήν πλησίον τῆς Ἱ. Μονῆς περιοχή, μέ τήν ὀνομασία Θολᾶ, ἐπί 40 συναπτά ἔτη, πυρπολούμενος συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως ἀπό τόν διακαή ἔρωτα καί τή φλόγα τῆς θείας ἀγάπης. Κατόπιν πολλῶν πιέσεων ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καί σάν ἄλλος Μωυσῆς εἰσῆλθε στό γνόφο τῆς θείας σοφίας καί ὡς θεοφώτιστος ποιμήν καθοδήγησε τό πιστευθέν εἰς αὐτόν ποίμνιο «εἰς νομάς» θείων χαρισμάτων. Κοιμήθηκε τήν 30ή Μαρτίου 603 καί ἄφησε στήν πατερική γραμματεία τό ἔξοχο βιβλίο τῶν 30 λόγων τῆς Κλίμακος, συμπλήρωμα τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ λόγος πρός τόν Ποιμένα.
*
Β. ΤΟ ΕΡΓΟ «ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑ». Ἐν συνεχείᾳ ὁ π. Χριστοφόρος ἀναφέρθηκε στό ἐν λόγῳ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου. Εἰδικότερα, ὁ «Λόγος πρός τόν Ποιμένα», ὡς ἀπόσπασμα καί συμπλήρωμα τῶν τριάντα λόγων τῆς Κλίμακος πού συνέταξε ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης καί ἀπευθύνεται στόν Ἰωάννη τῆς Ραϊθοῦ, εἶναι ἕνα ἁγιογραφικό ἀριστούργημα ποιμαντικῆς σοφίας. Ὁ ὅσιος, μέ ὕφος γλαφυρό καί διαυγές, παρουσιάζει παραστατικά τό ἰδεῶδες τοῦ Καλοῦ Ποιμένος. Ἡ ἀξία του ὡς κειμένου βρίσκεται στή κορυφή τῆς ἀσκητικῆς θεολογίας, διότι θέτει ὡς προϋπόθεση τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως ὁ ἴδιος γράφει: «Ἡ πνοή τοῦ Παρακλήτου ἀξιοποιεῖ κάθε ἄλλη γνώση καί χορηγεῖ τά νάματα τῆς ἄνωθεν σοφίας ὥστε νά ἀναδείξει τόν Ποιμένα».
Ὁ ὅσιος ἐπικεντρώνει τόν πλοῦτο τῆς ποιμαντικῆς του ἐμπειρίας στήν ποιμαντική τοῦ προσώπου. Ἐπειδή κάθε ἄνθρωπος εἶναι μιά ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα καλό καί πρέπον εἶναι ἡ κάθε ποιμαντική προσπάθεια νά κατευθύνεται στό κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά καί να λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἰδιαιτερότητες του. Δηλ. ἡ ἐξατομίκευση τῆς ποιμαντικῆς εἶναι σημεῖο ἀναφορᾶς διά τόν ἅγιο Ἰωάννη. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἄλλωστε καί ὁ νόμος τῆς πνευματικῆς διακρίσεως, ἄνευ τοῦ ὁποίου κάθε ποιμαντική προσέγγιση εἶναι πολύ πιθανό νά ὁδηγηθεῖ σέ ἀποτυχία.
Ὁ ὅσιος ἐπικεντρώνει τόν πλοῦτο τῆς ποιμαντικῆς του ἐμπειρίας στήν ποιμαντική τοῦ προσώπου. Ἐπειδή κάθε ἄνθρωπος εἶναι μιά ἀνεπανάληπτη προσωπικότητα καλό καί πρέπον εἶναι ἡ κάθε ποιμαντική προσπάθεια νά κατευθύνεται στό κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά καί να λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ ἰδιαιτερότητες του. Δηλ. ἡ ἐξατομίκευση τῆς ποιμαντικῆς εἶναι σημεῖο ἀναφορᾶς διά τόν ἅγιο Ἰωάννη. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἄλλωστε καί ὁ νόμος τῆς πνευματικῆς διακρίσεως, ἄνευ τοῦ ὁποίου κάθε ποιμαντική προσέγγιση εἶναι πολύ πιθανό νά ὁδηγηθεῖ σέ ἀποτυχία.
*
Γ΄. ΕΜΒΑΘΥΝΣΗ ΣΕ ΕΚΛΕΚΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ. Ἀκολούθως, ὁ π. Χριστοφόρος προχώρησε στήν παρουσίαση, ἀνάλυση καί θεολογική ἐμβάθυνση τοῦ κειμένου (§§ 1-50).
Ι. ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ
1.1. Ὁ θεῖος φωτισμός – ἡ θεία ἔλλαμψις (§ 3, 4, 5, 6). Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἀναφέρει καθαρά ὅτι ἡ θεία ἔλλαμψις, ὁ θεῖος φωτισμός εἶναι ἡ πρώτη καί θεμελιώδης προϋπόθεση τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένα: «Διδάσκαλος πραγματικός εἶναι αὐτός πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεόν πνευματικό βιβλίο, γραμμένο διά (δακτύλου Θεοῦ), δηλ. διά τῆς ἐνεργείας τῆς θείας ἐλλάμψεως καί δέν ἔχει πλέον ἀνάγκη ἀπό τά ἄλλα βιβλία. Δέν ἁρμόζει στούς διδασκάλους νά διδάσκουν ἀπό ἀντίγραφα καί χειρόγραφα, ὅπως καί στούς ζωγράφους νά ἀντιγράφουν παλαιούς πίνακες» γράφει ὁ ἅγιος.
1.2. Ἡ θυσία (§ 7, 8, 9). Ἀκολουθώντας τά λόγια τοῦ Κυρίου (Ἰω. 10,11), ὁ Ὅσιος προσδιορίζει τήν καλή συμπεριφορά τοῦ ποιμένος μέ παραδείγματα. Κατ’ ἀρχήν σκοπός καί καθῆκον του εἶναι νά «ζωοποιήσει», δηλ. νά ζωογονήσει μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί «ἰάσεται», δηλ. νά θεραπεύσει ὡς πνευματικός ἰατρός τά «νοσερά», τά ἀρρωστημένα πρόβατα. Καί αὐτό ἀπαιτεῖ κόπο, ἀπαιτεῖ θυσία.
1.3. Ἡ πνευματική διάκρισις (§ 14). Ἡ πνευματική διάκρισις, ὡς χάρισμα καί ἀρετή, εἶναι τό κλειδί πού ξεκλειδώνει τίς φανερές καί ἄδηλες πνευματικές ἀνάγκες κάθε ψυχῆς. Διότι ἀξιώνει τόν ποιμένα: «νά συμμετέχει στόν πόνο καί στίς διαθέσεις κάθε ἀδελφοῦ ἀνάλογα μέ τήν τάξη καί τήν ἀξία τοῦ καθενός»(στιχ. 14). Εἶναι τό δοχεῖο μέσα στό ὁποῖο γίνεται τό ξεκαθάρισμα τῶν ὁρίων τοῦ ἀγαθοῦ καί τῶν ὁρίων τοῦ κακοῦ, τό ξεχώρισμα «τοῦ καλοῦ, τοῦ κακοῦ καί τοῦ ἐνδιάμεσου», ὅπως γράφει ὁ ἱερός πατήρ. Δηλαδή διακρίνει τί εἶναι πράγματι καλό καί ἀγαθό ἀπό Θεοῦ, τί εἶναι κακό ἐξ ἐπηρείας τοῦ πονηροῦ καί ἡ μικτή, θολή κατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στό ἴδιο πρόσωπο.
Ι. ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ
1.1. Ὁ θεῖος φωτισμός – ἡ θεία ἔλλαμψις (§ 3, 4, 5, 6). Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἀναφέρει καθαρά ὅτι ἡ θεία ἔλλαμψις, ὁ θεῖος φωτισμός εἶναι ἡ πρώτη καί θεμελιώδης προϋπόθεση τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένα: «Διδάσκαλος πραγματικός εἶναι αὐτός πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεόν πνευματικό βιβλίο, γραμμένο διά (δακτύλου Θεοῦ), δηλ. διά τῆς ἐνεργείας τῆς θείας ἐλλάμψεως καί δέν ἔχει πλέον ἀνάγκη ἀπό τά ἄλλα βιβλία. Δέν ἁρμόζει στούς διδασκάλους νά διδάσκουν ἀπό ἀντίγραφα καί χειρόγραφα, ὅπως καί στούς ζωγράφους νά ἀντιγράφουν παλαιούς πίνακες» γράφει ὁ ἅγιος.
1.2. Ἡ θυσία (§ 7, 8, 9). Ἀκολουθώντας τά λόγια τοῦ Κυρίου (Ἰω. 10,11), ὁ Ὅσιος προσδιορίζει τήν καλή συμπεριφορά τοῦ ποιμένος μέ παραδείγματα. Κατ’ ἀρχήν σκοπός καί καθῆκον του εἶναι νά «ζωοποιήσει», δηλ. νά ζωογονήσει μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί «ἰάσεται», δηλ. νά θεραπεύσει ὡς πνευματικός ἰατρός τά «νοσερά», τά ἀρρωστημένα πρόβατα. Καί αὐτό ἀπαιτεῖ κόπο, ἀπαιτεῖ θυσία.
1.3. Ἡ πνευματική διάκρισις (§ 14). Ἡ πνευματική διάκρισις, ὡς χάρισμα καί ἀρετή, εἶναι τό κλειδί πού ξεκλειδώνει τίς φανερές καί ἄδηλες πνευματικές ἀνάγκες κάθε ψυχῆς. Διότι ἀξιώνει τόν ποιμένα: «νά συμμετέχει στόν πόνο καί στίς διαθέσεις κάθε ἀδελφοῦ ἀνάλογα μέ τήν τάξη καί τήν ἀξία τοῦ καθενός»(στιχ. 14). Εἶναι τό δοχεῖο μέσα στό ὁποῖο γίνεται τό ξεκαθάρισμα τῶν ὁρίων τοῦ ἀγαθοῦ καί τῶν ὁρίων τοῦ κακοῦ, τό ξεχώρισμα «τοῦ καλοῦ, τοῦ κακοῦ καί τοῦ ἐνδιάμεσου», ὅπως γράφει ὁ ἱερός πατήρ. Δηλαδή διακρίνει τί εἶναι πράγματι καλό καί ἀγαθό ἀπό Θεοῦ, τί εἶναι κακό ἐξ ἐπηρείας τοῦ πονηροῦ καί ἡ μικτή, θολή κατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στό ἴδιο πρόσωπο.
*
ΙΙ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ
2.1. Ἡ προσωπική ἐμπειρία (§ 15, 16). Δέν εἶναι δυνατόν ὁ ποιμήν νά προσεύχεται καί πολύ περισσότερο νά διδάσκει καί νά ὑποδεικνύει ἀρετές καί πνευματικές καταστάσεις πού ὁ ἴδιος δέν γεύθηκε, δέν ἔζησε. Πρέπει πρῶτα ὁ ἴδιος νά ἔλθει σέ ἐπικοινωνία, νά συναντήσει ἐν πνεύματι τόν δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν Θεό, νά ἀποκτήσει παρρησία ἐνώπιόν Του, νά γίνει φίλος Χριστοῦ καί μετά νά ἐπιχειρήσει νά συμφιλιώσει καί τούς ἄλλους με Ἐκεῖνον. Καί πρός τοῦτο ὁ ὅσιος μᾶς παρακινεῖ νά κάνουμε φίλους τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ μέ τή διαγωγή μας ὥστε ἐκεῖνοι νά συνδράμουν στή συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό.
2.2. Ἡ ἀπαθής ὑπόκρισις, ἔμμεση συγκατάβαση (§ 17, 18, 19, 20, 21). Ἡ διάκρισις δίνει τήν εὐχέρεια στόν ποιμένα νά ἐλίσσεται πνευματικά προκειμένου νά νουθετήσει καί νά ἰσορροπήσει πνευματικά τό ποίμνιο. Μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό διασυρμό τῶν παθῶν δύναται νά ὑποκριθεῖ τόν θυμώδη ἤ τόν ἀκρατή, ἐνῶ εἶναι ἀπαθής, γιά να πλησιάσει και νά συνετίσει ἤ νά συγκινήσει τόν ὑποτακτικό. Νά δείχνει ἐπιείκεια ἐνῶ εἶναι αὐστηρός ἤ καί τό ἀντίστροφο ὥστε νά χαλιναγωγεῖ μέ τρόπο τίς ἀντιδράσεις τοῦ ποιμαινομένου. Νά λέγει ὅτι καί αὐτός ὅτι εἶναι ὁμοιοπαθής καί ὅτι μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ξεπερνᾶ τήν ἀντίσταση τῶν παθῶν.
2.3. Ἡ πνευματική σύνεση (§ 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 31). Ὁ ποιμήν εἶναι ἀπαραίτητο νά προβλέπει ἐνέργειες καί κινήσεις του ὥστε νά μήν ἀστοχεῖ στό σκοπό του. Γιά κάθε ἁμαρτία πού προκαλεῖται, γιά κάθε πάθος πού ἀναφύεται ὑπάρχει λόγος, ὑπάρχει αἰτία. Μέ τή δύναμη τῆς διακρίσεως νά ἀνιχνεύει τί προκάλεσε τόν πονηρό λογισμό και τήν ἐπιθυμία, τήν πτώση στήν ἁμαρτία. Δέν ἀρκεῖ ἡ στηλίτευση τοῦ κακοῦ, ἴσως νά ἐπιφέρει ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Χρειάζεται ἡ ἀναδρομή στά αἴτια ὥστε ἡ θεραπεία νά εἶναι ἀκριβής. Ὥστε νά δοθεῖ τό κατάλληλο πνευματικό φάρμακο, ἔστω κι ἄν εἶναι ἐπώδυνο, καί νά γίνει ἀποδεκτό.
2.4. Ἡ πνευματική προσέλκυση (§ 32, 33). Ἡ πνευματική ζωή ἔχει δυσκολίες διότι ἀντιστρατεύεται στό κοσμικό φρόνημα καί τήν ἄγνοια ἤ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Ταυτόχρονα ὅμως προσφέρει μεγάλη ψυχική ἀγαλλίαση καί χάρη στούς ἀγωνιστές. Ὁ ὅσιος κρίνει ὅτι γιά νά προσελκύσουμε μιά ψυχή νά μπεῖ στόν ἀγῶνα αὐτό ὁ τονισμός τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ὄψεώς του ἀνεξέταστα δέν ὠφελεῖ. Κάθε ἄνθρωπος προσελκύεται διαφορετικά, ἀνάλογα μέ τήν ψυχική του εὐαισθησία.
2.5. Ἡ ἀξιολόγηση καί ἀξιοποίηση (§ 35, 36, 40). «Ὁ καλός στρατηγός πρέπει νά γνωρίζει καλά τήν θέση καί τήν τάξη καθενός στρατιώτη». Μέ τά λόγια αὐτά ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ὁ καλός ποιμένας πρέπει νά ἔχει τήν διακριτική ἀντίληψη νά ἀξιολογεῖ σωστά τίς ἱκανότητες τοῦ ποιμνίου. Ὥστε ἀνάλογα μέ τή θέση πού ἔχει ἤ τό ἀξίωμα και τίς ἀρετές πού τόν διακρίνουν νά τόν κατανοεῖ καί νά τόν ἀξιοποιεῖ τόσο στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί τῆς κοινωνίας.
2.6. Μεταξύ κύρους καί ταπείνωσης (§ 38). Ὁ ποιμήν πρέπει να διαφυλάσσει τό κῦρος τοῦ ἀξιώματός του μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά μήν ὑποβιβάζει τόν ἑαυτό του ἀδιάκριτα, νά μή ρίχνει τή θέση του θέλοντας νά φανεῖ ταπεινός, οὔτε πάλι νά ἐπιδεικνύει ἀδικαιολόγητη ἀλαζονεία προσπαθώντας νά κρατήσει τό κῦρος του ψηλά. Καί στά δύο ὑπάρχει μέτρο διακρίσεως.
2.7. Νουθεσίες καί ἐπιτίμια (§ 44, 45, 46). Ὅταν ὁ ποιμένας καλεῖται νά δεχθεῖ καί νά ἀκούσει τόν κάθε πιστό εἴτε γιά τίς ἁμαρτίες καί τά λάθη του εἴτε γιά τήν πνευματική ἐνίσχυση καί προκοπή του, νά ἔχει ὑπ’ ὄψιν του μερικά σημεῖα προσέγγισης: α) ὁ τρόπος τῆς παρουσίας τοῦ πιστοῦ, δηλ. τί αἰσθάνεται, ἐνῶ προσεγγίζει: ἐνοχή γιά ὅ,τι τόν βαρύνει ἤ ἀθωότητα ἐκ καθαρᾶς συνειδήσεως· β) «οἱ τόποι (πού ἔζησε), ἡ ἀνατροφή καί οἱ συνήθειες»· γ) ὁ βαθμός εἰλικρίνειας καί ταπείνωσης, ὅταν ὁμολογεῖ τά διαπραχθέντα· δ) ἡ ἀναγνώριση τοῦ πνευματικοῦ βάρους πού θα σηκώσει ὁ ποιμένας χάριν τοῦ ποιμαινομένου.
2.1. Ἡ προσωπική ἐμπειρία (§ 15, 16). Δέν εἶναι δυνατόν ὁ ποιμήν νά προσεύχεται καί πολύ περισσότερο νά διδάσκει καί νά ὑποδεικνύει ἀρετές καί πνευματικές καταστάσεις πού ὁ ἴδιος δέν γεύθηκε, δέν ἔζησε. Πρέπει πρῶτα ὁ ἴδιος νά ἔλθει σέ ἐπικοινωνία, νά συναντήσει ἐν πνεύματι τόν δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν Θεό, νά ἀποκτήσει παρρησία ἐνώπιόν Του, νά γίνει φίλος Χριστοῦ καί μετά νά ἐπιχειρήσει νά συμφιλιώσει καί τούς ἄλλους με Ἐκεῖνον. Καί πρός τοῦτο ὁ ὅσιος μᾶς παρακινεῖ νά κάνουμε φίλους τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ μέ τή διαγωγή μας ὥστε ἐκεῖνοι νά συνδράμουν στή συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό.
2.2. Ἡ ἀπαθής ὑπόκρισις, ἔμμεση συγκατάβαση (§ 17, 18, 19, 20, 21). Ἡ διάκρισις δίνει τήν εὐχέρεια στόν ποιμένα νά ἐλίσσεται πνευματικά προκειμένου νά νουθετήσει καί νά ἰσορροπήσει πνευματικά τό ποίμνιο. Μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό διασυρμό τῶν παθῶν δύναται νά ὑποκριθεῖ τόν θυμώδη ἤ τόν ἀκρατή, ἐνῶ εἶναι ἀπαθής, γιά να πλησιάσει και νά συνετίσει ἤ νά συγκινήσει τόν ὑποτακτικό. Νά δείχνει ἐπιείκεια ἐνῶ εἶναι αὐστηρός ἤ καί τό ἀντίστροφο ὥστε νά χαλιναγωγεῖ μέ τρόπο τίς ἀντιδράσεις τοῦ ποιμαινομένου. Νά λέγει ὅτι καί αὐτός ὅτι εἶναι ὁμοιοπαθής καί ὅτι μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ξεπερνᾶ τήν ἀντίσταση τῶν παθῶν.
2.3. Ἡ πνευματική σύνεση (§ 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 31). Ὁ ποιμήν εἶναι ἀπαραίτητο νά προβλέπει ἐνέργειες καί κινήσεις του ὥστε νά μήν ἀστοχεῖ στό σκοπό του. Γιά κάθε ἁμαρτία πού προκαλεῖται, γιά κάθε πάθος πού ἀναφύεται ὑπάρχει λόγος, ὑπάρχει αἰτία. Μέ τή δύναμη τῆς διακρίσεως νά ἀνιχνεύει τί προκάλεσε τόν πονηρό λογισμό και τήν ἐπιθυμία, τήν πτώση στήν ἁμαρτία. Δέν ἀρκεῖ ἡ στηλίτευση τοῦ κακοῦ, ἴσως νά ἐπιφέρει ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Χρειάζεται ἡ ἀναδρομή στά αἴτια ὥστε ἡ θεραπεία νά εἶναι ἀκριβής. Ὥστε νά δοθεῖ τό κατάλληλο πνευματικό φάρμακο, ἔστω κι ἄν εἶναι ἐπώδυνο, καί νά γίνει ἀποδεκτό.
2.4. Ἡ πνευματική προσέλκυση (§ 32, 33). Ἡ πνευματική ζωή ἔχει δυσκολίες διότι ἀντιστρατεύεται στό κοσμικό φρόνημα καί τήν ἄγνοια ἤ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας. Ταυτόχρονα ὅμως προσφέρει μεγάλη ψυχική ἀγαλλίαση καί χάρη στούς ἀγωνιστές. Ὁ ὅσιος κρίνει ὅτι γιά νά προσελκύσουμε μιά ψυχή νά μπεῖ στόν ἀγῶνα αὐτό ὁ τονισμός τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ὄψεώς του ἀνεξέταστα δέν ὠφελεῖ. Κάθε ἄνθρωπος προσελκύεται διαφορετικά, ἀνάλογα μέ τήν ψυχική του εὐαισθησία.
2.5. Ἡ ἀξιολόγηση καί ἀξιοποίηση (§ 35, 36, 40). «Ὁ καλός στρατηγός πρέπει νά γνωρίζει καλά τήν θέση καί τήν τάξη καθενός στρατιώτη». Μέ τά λόγια αὐτά ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι ὁ καλός ποιμένας πρέπει νά ἔχει τήν διακριτική ἀντίληψη νά ἀξιολογεῖ σωστά τίς ἱκανότητες τοῦ ποιμνίου. Ὥστε ἀνάλογα μέ τή θέση πού ἔχει ἤ τό ἀξίωμα και τίς ἀρετές πού τόν διακρίνουν νά τόν κατανοεῖ καί νά τόν ἀξιοποιεῖ τόσο στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί τῆς κοινωνίας.
2.6. Μεταξύ κύρους καί ταπείνωσης (§ 38). Ὁ ποιμήν πρέπει να διαφυλάσσει τό κῦρος τοῦ ἀξιώματός του μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά μήν ὑποβιβάζει τόν ἑαυτό του ἀδιάκριτα, νά μή ρίχνει τή θέση του θέλοντας νά φανεῖ ταπεινός, οὔτε πάλι νά ἐπιδεικνύει ἀδικαιολόγητη ἀλαζονεία προσπαθώντας νά κρατήσει τό κῦρος του ψηλά. Καί στά δύο ὑπάρχει μέτρο διακρίσεως.
2.7. Νουθεσίες καί ἐπιτίμια (§ 44, 45, 46). Ὅταν ὁ ποιμένας καλεῖται νά δεχθεῖ καί νά ἀκούσει τόν κάθε πιστό εἴτε γιά τίς ἁμαρτίες καί τά λάθη του εἴτε γιά τήν πνευματική ἐνίσχυση καί προκοπή του, νά ἔχει ὑπ’ ὄψιν του μερικά σημεῖα προσέγγισης: α) ὁ τρόπος τῆς παρουσίας τοῦ πιστοῦ, δηλ. τί αἰσθάνεται, ἐνῶ προσεγγίζει: ἐνοχή γιά ὅ,τι τόν βαρύνει ἤ ἀθωότητα ἐκ καθαρᾶς συνειδήσεως· β) «οἱ τόποι (πού ἔζησε), ἡ ἀνατροφή καί οἱ συνήθειες»· γ) ὁ βαθμός εἰλικρίνειας καί ταπείνωσης, ὅταν ὁμολογεῖ τά διαπραχθέντα· δ) ἡ ἀναγνώριση τοῦ πνευματικοῦ βάρους πού θα σηκώσει ὁ ποιμένας χάριν τοῦ ποιμαινομένου.
*
ΙΙΙ. ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ (§ 10-13)
Ὁ Ὅσιος παραλληλίζει τό ἔργο τοῦ ποιμένος μέ τήν ἰατρική ἐπιστήμη καί, μέ βάση τά τότε ἰσχύοντα ἰατρικά ἐργαλεῖα, ὑποδεικνύει τά πνευματικά ἐκεῖνα ἐργαλεῖα πού ἔχουν πρακτική ἐφαρμογή, «ἔμπρακτη ἐπέμβαση» στήν ποιμαντική διακονία. Χαρακτηριστικά γράφει: «Ἄν δέν τά διαθέτωμε αὐτά πῶς θά ἀσκήσωμε τήν ἐπιστήμη μας; Δέν ὑπάρχει τρόπος. Διότι ὄχι μέ λόγια ἀλλά μέ ἔμπρακτη ἐπέμβαση (ὠφελοῦν οἱ ἰατροί (τούς ἀσθενεῖς και) παίρνουν τήν ἀμοιβή τους».
3.1. Τό ἔμπλαστρο, δηλ. τόν τρόπο θεραπείας τῶν παθῶν πού εἶναι ὁρατά, δηλ. τά σωματικά πάθη. Ἡ πρακτική νηστεία, ἡ ἐγκράτεια ὀφθαλμῶν, αὐτιῶν, γλώσσης ἀπό ἐφάμαρτες προκλήσεις, ἡ ἔμπρακτη ἀποφυγή ἀπό τόπους καί τρόπους πού συντελεῖται ἡ σωματική ἁμαρτία, δηλ. πρακτικές ἀπαγορευτικές ἐντολές.
3.2. Τό ἰατρικό ὑγρό γιά τή θεραπεία τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, πού δέν γίνονται ὁρατά, ἀλλά μολύνουν τήν καρδιά.
3.3. Τό ξυράφι, δηλ. ὁ ἑκούσιος ἤ ἀκούσιος ἐξευτελισμός πού μπορεῖ να δημιουργήσει πόνο ἀλλά ἀπαλλάσσει τήν ψυχή ἀπό τό κρυφό πάθος τῆς οἰήσεως.
3.4. Τό κολλύριο, δηλ. στό κατευνασμό του ἐσωτερικοῦ θυμοῦ, πού θολώνει τά μάτια τῆς ψυχῆς μέ τή μέθοδο τῆς πραείας νουθεσίας ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς ἐπίπληξης γιά τυχόν λάθη
3.5. Τό φλεβοτόμο, δηλ. ἕνα τρόπο ἔντονης (ἴσως καί σκληρῆς) ἐπέμβασης, πού σάν τομή ματώνει ἀλλά διώχνει τό ἀκάθαρτο αἷμα τῆς ἁμαρτίας.
3.6. Ὁ σπόγγος, δηλ. ἡ ἤρεμη νουθεσία καί γεμάτη κατανόηση προσέγγιση μετά ἀπό μιά σκληρή ἀλλά ἀπαραίτητη παρέμβαση.
3.7. Ὁ θερμοκαυτήρ, εἶναι ὁ κανόνας, τό ἐπιτίμιο τοῦ πνευματικοῦ στόν ἐξομολογούμενο πού ἔχει σκοπό νά ἀνακάμψει τήν ὁρμή τῆς ἁμαρτίας.
3.8. Ἡ ἀλοιφή, εἶναι ὁ λόγος παραμυθίας πρός τόν μετανοοῦντα, ἀφ’ ἥς στιγμῆς το ἐπιτίμιο ἔφερε ἀποτέλεσμα, ἀνακούφισε τήν ψυχή ἀπό τήν πτώση.
3.9. Τό ὑπνωτικό, δηλ. νά ὁδηγήσουμε τόν ποιμαινόμενο στήν ἄγνοια ἐκείνη πού δέν ἀναλογίζεται τίς ἀρετές του ἀλλά τίς κρύβει μέσα στήν ταπείνωση καί ἀμεριμνησία πού χαρίζει ἡ ὑπακοή.
3.10. Ὁ ἐπίδεσμος, εἶναι ἡ συνεχής μέριμνα τοῦ ποιμένα νά συσφίγγει μέ νουθεσίες, προτροπές, ἐπισημάνσεις ἔντονες τό νοῦ ὥστε νά μή χαλαρώσει τό πνευματικό του ἀγώνα.
3.11. Καί τέλος τό μαχαίρι, ἡ ἀποκοπή, ἡ λυπηρή, ἀλλά ἀναγκαία τομή τοῦ σάπιου, τοῦ ἐνσυνείδητα ἀδιόρθωτου, αὐτοῦ πού οἰκειοθελῶς νέκρωσε κάθε ἰκμάδα πνευματικῆς διορθώσεως μέσα του.
Ὁ Ὅσιος παραλληλίζει τό ἔργο τοῦ ποιμένος μέ τήν ἰατρική ἐπιστήμη καί, μέ βάση τά τότε ἰσχύοντα ἰατρικά ἐργαλεῖα, ὑποδεικνύει τά πνευματικά ἐκεῖνα ἐργαλεῖα πού ἔχουν πρακτική ἐφαρμογή, «ἔμπρακτη ἐπέμβαση» στήν ποιμαντική διακονία. Χαρακτηριστικά γράφει: «Ἄν δέν τά διαθέτωμε αὐτά πῶς θά ἀσκήσωμε τήν ἐπιστήμη μας; Δέν ὑπάρχει τρόπος. Διότι ὄχι μέ λόγια ἀλλά μέ ἔμπρακτη ἐπέμβαση (ὠφελοῦν οἱ ἰατροί (τούς ἀσθενεῖς και) παίρνουν τήν ἀμοιβή τους».
3.1. Τό ἔμπλαστρο, δηλ. τόν τρόπο θεραπείας τῶν παθῶν πού εἶναι ὁρατά, δηλ. τά σωματικά πάθη. Ἡ πρακτική νηστεία, ἡ ἐγκράτεια ὀφθαλμῶν, αὐτιῶν, γλώσσης ἀπό ἐφάμαρτες προκλήσεις, ἡ ἔμπρακτη ἀποφυγή ἀπό τόπους καί τρόπους πού συντελεῖται ἡ σωματική ἁμαρτία, δηλ. πρακτικές ἀπαγορευτικές ἐντολές.
3.2. Τό ἰατρικό ὑγρό γιά τή θεραπεία τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, πού δέν γίνονται ὁρατά, ἀλλά μολύνουν τήν καρδιά.
3.3. Τό ξυράφι, δηλ. ὁ ἑκούσιος ἤ ἀκούσιος ἐξευτελισμός πού μπορεῖ να δημιουργήσει πόνο ἀλλά ἀπαλλάσσει τήν ψυχή ἀπό τό κρυφό πάθος τῆς οἰήσεως.
3.4. Τό κολλύριο, δηλ. στό κατευνασμό του ἐσωτερικοῦ θυμοῦ, πού θολώνει τά μάτια τῆς ψυχῆς μέ τή μέθοδο τῆς πραείας νουθεσίας ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς ἐπίπληξης γιά τυχόν λάθη
3.5. Τό φλεβοτόμο, δηλ. ἕνα τρόπο ἔντονης (ἴσως καί σκληρῆς) ἐπέμβασης, πού σάν τομή ματώνει ἀλλά διώχνει τό ἀκάθαρτο αἷμα τῆς ἁμαρτίας.
3.6. Ὁ σπόγγος, δηλ. ἡ ἤρεμη νουθεσία καί γεμάτη κατανόηση προσέγγιση μετά ἀπό μιά σκληρή ἀλλά ἀπαραίτητη παρέμβαση.
3.7. Ὁ θερμοκαυτήρ, εἶναι ὁ κανόνας, τό ἐπιτίμιο τοῦ πνευματικοῦ στόν ἐξομολογούμενο πού ἔχει σκοπό νά ἀνακάμψει τήν ὁρμή τῆς ἁμαρτίας.
3.8. Ἡ ἀλοιφή, εἶναι ὁ λόγος παραμυθίας πρός τόν μετανοοῦντα, ἀφ’ ἥς στιγμῆς το ἐπιτίμιο ἔφερε ἀποτέλεσμα, ἀνακούφισε τήν ψυχή ἀπό τήν πτώση.
3.9. Τό ὑπνωτικό, δηλ. νά ὁδηγήσουμε τόν ποιμαινόμενο στήν ἄγνοια ἐκείνη πού δέν ἀναλογίζεται τίς ἀρετές του ἀλλά τίς κρύβει μέσα στήν ταπείνωση καί ἀμεριμνησία πού χαρίζει ἡ ὑπακοή.
3.10. Ὁ ἐπίδεσμος, εἶναι ἡ συνεχής μέριμνα τοῦ ποιμένα νά συσφίγγει μέ νουθεσίες, προτροπές, ἐπισημάνσεις ἔντονες τό νοῦ ὥστε νά μή χαλαρώσει τό πνευματικό του ἀγώνα.
3.11. Καί τέλος τό μαχαίρι, ἡ ἀποκοπή, ἡ λυπηρή, ἀλλά ἀναγκαία τομή τοῦ σάπιου, τοῦ ἐνσυνείδητα ἀδιόρθωτου, αὐτοῦ πού οἰκειοθελῶς νέκρωσε κάθε ἰκμάδα πνευματικῆς διορθώσεως μέσα του.
*
ΙV. ΑΝΩΘΕΝ ΒΟΗΘΕΙΑ (§ 50)
Ὁ κάθε ποιμένας στή διακονία του ἔχει ἀνάγκη ἄμεση «τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπικουρίας» (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς). Διότι στήν οὐσία διακονοῦμε τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί ὄχι τό δικό μας. Ἄν στήν ποιμαντική μας προσπάθεια ἐμφυλοχωρήσουν δικές μας γνῶμες, δικές μας κρίσεις, δικοί μας χειρισμοί ἐρήμην τοῦ ἐκπεφρασμένου θελήματος τοῦ Θεοῦ, τότε κινδυνεύουμε νά ὁδηγήσουμε τό σκάφος σέ ὑφάλους. Ὕφαλοι εἶναι το θέλημά μας πού συνυπάρχει μέσα μας στή προσπάθειά μας νά προβάλουμε το θεῖο θέλημα.
Νά μήν μᾶς παρασύρουν προσωπικά πάθη καί ἰδιαίτερα τό προσωπικό πεῖσμα καί ὁ θυμός διότι θά μοιάζουμε μέ «λιοντάρια καί ἀλεποῦδες», πού μᾶλλον δέν σκοπεύουν νά φυλάξουν ἀλλά νά διαλύσουν τό ποίμνιο.
Ὁ κάθε ποιμένας στή διακονία του ἔχει ἀνάγκη ἄμεση «τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπικουρίας» (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς). Διότι στήν οὐσία διακονοῦμε τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί ὄχι τό δικό μας. Ἄν στήν ποιμαντική μας προσπάθεια ἐμφυλοχωρήσουν δικές μας γνῶμες, δικές μας κρίσεις, δικοί μας χειρισμοί ἐρήμην τοῦ ἐκπεφρασμένου θελήματος τοῦ Θεοῦ, τότε κινδυνεύουμε νά ὁδηγήσουμε τό σκάφος σέ ὑφάλους. Ὕφαλοι εἶναι το θέλημά μας πού συνυπάρχει μέσα μας στή προσπάθειά μας νά προβάλουμε το θεῖο θέλημα.
Νά μήν μᾶς παρασύρουν προσωπικά πάθη καί ἰδιαίτερα τό προσωπικό πεῖσμα καί ὁ θυμός διότι θά μοιάζουμε μέ «λιοντάρια καί ἀλεποῦδες», πού μᾶλλον δέν σκοπεύουν νά φυλάξουν ἀλλά νά διαλύσουν τό ποίμνιο.
*
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
1. «Διδάσκαλος ἐστιν ὄντως, ὁ νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ αὐτοῦ κομισάμενος καί τῶν λοιπῶν βιβλίων ἀνενδεής γενόμενος. Ἀπρεπές διδασκάλοις ἐξ ἀντιγράφων παιδεύειν καί ζωγράφοις ἐκ πινάκων παλαιῶν σημειοῦσθαι» (§ 5).
Διδάσκαλος πραγματικός εἶναι αὐτός πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό πνευματικό βιβλίο, γραμμένο διά «δακτύλου Θεοῦ», δηλαδή διά τῆς ἐνεργείας τῆς θείας ἐλλάμψεως καί δέν ἔχει πλέον ἀνάγκη ἀπό τά ἄλλα βιβλία. Δέν ἁρμόζει στούς διδασκάλους νά διδάσκουν ἀπό ἀντίγραφα καί χειρόγραφα, ὅπως καί στούς ζωγράφους νά ἀντιγράφουν παλαιούς πίνακες.
1. «Διδάσκαλος ἐστιν ὄντως, ὁ νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ αὐτοῦ κομισάμενος καί τῶν λοιπῶν βιβλίων ἀνενδεής γενόμενος. Ἀπρεπές διδασκάλοις ἐξ ἀντιγράφων παιδεύειν καί ζωγράφοις ἐκ πινάκων παλαιῶν σημειοῦσθαι» (§ 5).
Διδάσκαλος πραγματικός εἶναι αὐτός πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό πνευματικό βιβλίο, γραμμένο διά «δακτύλου Θεοῦ», δηλαδή διά τῆς ἐνεργείας τῆς θείας ἐλλάμψεως καί δέν ἔχει πλέον ἀνάγκη ἀπό τά ἄλλα βιβλία. Δέν ἁρμόζει στούς διδασκάλους νά διδάσκουν ἀπό ἀντίγραφα καί χειρόγραφα, ὅπως καί στούς ζωγράφους νά ἀντιγράφουν παλαιούς πίνακες.
*
2. «Ἀγαθός κυβερνήτης διασώσει πλοῖον, καί καλός ποιμήν ζωοποιήσει καί ἰάσεται νοσερά πρόβατα. Καθόσον τά πρόβατα τῷ ποιμένι ἀπαραλείπτως ἀκολουθοῦσι προκόψαντα, κατά τοσοῦτον ὑπέρ αὐτῶν τῷ οἰκοδεσπότι ἀπολογεῖται. Λιθαζέτω τῷ λόγῳ ὁ ποιμήν καί τά ἐξ ὀκνηρίας ἤ γαστριμαργίας ἀπομένοντα πρόβατα· ἔστι γάρ καί τοῦτο ἀγαθοῦ ποιμένος τεκμήριον» (§ 7).
Ὁ ἱκανός κυβερνήτης θά διασώσει τό πλοῖο, καί ὁ καλός ποιμήν θά ζωογονήσει καί θά θεραπεύσει τά ἀρρωστημένα πρόβατα. Ὅσο τά πρόβατα ἀκολουθοῦν συνεχῶς τόν ποιμένα καί προχωροῦν, τόσο θά εἶναι σέ θέση νά ἀπολογηθεῖ ὑπερ αὐτῶν στόν οἰκοδεσπότη. Ἄς λιθοβολεῖ μέ τά λόγια (δηλ. νά ἀφυπνίζει μέ τόν πνευματικό λόγο) ὁ ποιμήν τά πρόβατα πού μένουν πίσω ἀπό ὀκνηρία ἤ γαστριμαργία. Εἶναι καί αὐτό μιά ἀπόδειξη καλοῦ ποιμένος.
Ὁ ἱκανός κυβερνήτης θά διασώσει τό πλοῖο, καί ὁ καλός ποιμήν θά ζωογονήσει καί θά θεραπεύσει τά ἀρρωστημένα πρόβατα. Ὅσο τά πρόβατα ἀκολουθοῦν συνεχῶς τόν ποιμένα καί προχωροῦν, τόσο θά εἶναι σέ θέση νά ἀπολογηθεῖ ὑπερ αὐτῶν στόν οἰκοδεσπότη. Ἄς λιθοβολεῖ μέ τά λόγια (δηλ. νά ἀφυπνίζει μέ τόν πνευματικό λόγο) ὁ ποιμήν τά πρόβατα πού μένουν πίσω ἀπό ὀκνηρία ἤ γαστριμαργία. Εἶναι καί αὐτό μιά ἀπόδειξη καλοῦ ποιμένος.
*
3. «Τελείως ὁ ἰατρός ὀφείλει τά πάθη ἐκδύσασθαι· ἵνα ἐν καιρῷ τινι δυνήσεταί τινα καί μάλιστα τόν θυμόν ὑποκρίνασθαι· εἰ μή γάρ ταῦτα εἰ ἄκρον ἀπώσαιτο, οὐ δυνήσεται πάλιν αὐτά ἀπαθῶς ὑποδύσασθαι» (§ 18).
Ὁ ἰατρός ὀφείλει νά ἀποβάλει τελείως τά πάθη ἀπό μέσα του· ὥστε στήν κατάλληλη περίσταση νά μπορέσει νά τά ὑποκριθεῖ, καί μάλιστα τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Διότι ἐάν δέν τά ἔχει τελείως ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν θά μπορέσει τότε νά τά ὑποκριθεῖ μέ ἀπάθεια.
Ὁ ἰατρός ὀφείλει νά ἀποβάλει τελείως τά πάθη ἀπό μέσα του· ὥστε στήν κατάλληλη περίσταση νά μπορέσει νά τά ὑποκριθεῖ, καί μάλιστα τό πάθος τοῦ θυμοῦ. Διότι ἐάν δέν τά ἔχει τελείως ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν θά μπορέσει τότε νά τά ὑποκριθεῖ μέ ἀπάθεια.
*
4. «Οὐ θαυμαστός διδάσκαλος ὁ τούς εὐμαθεῖς παῖδας σοφούς ἐργασάμενος, ἀλλ’ ὁ τούς ἀμαθεῖς καί ἀσόφους σοφίσας καί τελειώσας» (§ 20).
Ἀξιοθαύμαστος διδάσκαλος δέν εἶναι αὐτός πού ἔκανε σοφούς τούς καλούς καί εὐμαθεῖς μαθητές, ἀλλ΄ ἐκεῖνος πού ἔκανε σοφούς τούς ἀμαθεῖς καί καθυστερημένους.
Ἀξιοθαύμαστος διδάσκαλος δέν εἶναι αὐτός πού ἔκανε σοφούς τούς καλούς καί εὐμαθεῖς μαθητές, ἀλλ΄ ἐκεῖνος πού ἔκανε σοφούς τούς ἀμαθεῖς καί καθυστερημένους.
*
5. «Οὐδέ πᾶσιν ὁ ὁδηγός τοῖς προσερχομένοις στενήν καί τεθλιμμένην τήν ὁδόν λέγεις ὀφείλει· οὐδέ μήν ἑκάστῳ τόν ζυγόν χρηστόν καί τό φορτίον ἐλαφρόν· σκοπεῖν δέ μᾶλλον καί προσφυῶς ἁρμόζειν τά φάρμακα· τοῖς μέν ἐκ χαλεπῶν ἁμαρτημάτων βεβαρημένοις καί εὐχερῶς πρός τήν ἀπόγνωσιν ἔχουσι, τό δεύτερον· τοῖς δέ πρός τό ὑψηλόν πάλιν καί οἰηματικόν φρόνημα ρέπουσι, τό πρῶτον ἁρμόδιον φάρμακον» (§ 32).
Ὁ πνευματικός ὁδηγός οὔτε πρέπει νά παρουσιάζει σέ ὅλους ὅσοι προσέρχονται στή μοναχική ζωή «στενή καί τεθλιμμένη τήν ὁδό», ἀλλ’ οὔτε καί στόν καθένα «τόν ζυγόν χρηστόν καί τό φορτίον ἐλαφρόν» (Ματθ. 11,30). Τό καλύτερο εἶναι νά ἐξετάζει κάθε περίπτωση καί ἀναλόγως νά προσφέρει τό κατάλληλο φάρμακο. Σ’ αὐτούς πού βαρύνονται ἀπό μεγάλα ἁμαρτήματα καί εὔκολα ρέπουν πρός τήν ἀπόγνωση, ἄς δίδεται τό δεύτερο φάρμακο. Ἐνῶ σ’ ἐκείνους πού ρέπουν πρός τό ὑπερήφανο καί ἐγωιστικό φρόνημα εἶναι κατάλληλο τό πρῶτο.
Ὁ πνευματικός ὁδηγός οὔτε πρέπει νά παρουσιάζει σέ ὅλους ὅσοι προσέρχονται στή μοναχική ζωή «στενή καί τεθλιμμένη τήν ὁδό», ἀλλ’ οὔτε καί στόν καθένα «τόν ζυγόν χρηστόν καί τό φορτίον ἐλαφρόν» (Ματθ. 11,30). Τό καλύτερο εἶναι νά ἐξετάζει κάθε περίπτωση καί ἀναλόγως νά προσφέρει τό κατάλληλο φάρμακο. Σ’ αὐτούς πού βαρύνονται ἀπό μεγάλα ἁμαρτήματα καί εὔκολα ρέπουν πρός τήν ἀπόγνωση, ἄς δίδεται τό δεύτερο φάρμακο. Ἐνῶ σ’ ἐκείνους πού ρέπουν πρός τό ὑπερήφανο καί ἐγωιστικό φρόνημα εἶναι κατάλληλο τό πρῶτο.





21 Φεβ2013
ΙΑ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
ΙΑ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος ΣΤ΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος ΣΤ΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἡ ἑνδέκατη Ἱερατική Σύναξη πραγματοποιήθηκε τήν Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Σώστη (λεωφ. Συγγροῦ) γιά τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. Στή Σύναξη αὐτή ὁμιλητής ἦταν ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Νικόλαος Πουλάδας, Ἐφημέριος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος (Ἁγίου Σώστη Λεωφ. Συγγροῦ). Θέμα τῆς εἰσηγήσεώς του ἦταν ἡ παρουσίαση καί ἡ ἐμβάθυνση στόν ΣΤ΄ λόγο «Περί Ἱερωσύνης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.Κατά τή σύνηθη πρακτική τῶν ὁμιλητῶν ὁ π. Πολύκαρπος εἶχε ἑτοιμάσει καί διένειμε στούς ἱερεῖς ἐπιλεγμένα πατερικά ἀποσπάσματα ἀπό τόν ΣΤ΄ λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στό πρωτότυπο κείμενο καί σέ νεοελληνική μετάφραση, τά ὁποῖα καί σχολίασε βαθυστόχαστα καί ἐκτενῶς. Βασικές πτυχές τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀποτελοῦν κυρίως οἱ ἑξῆς: Οἱ ἱερεῖς ἔχουν τήν εὐθύνη καί γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ὁ ἀγώνας τοῦ μοναχοῦ εἶναι εὐκολότερος ἀπό τοῦ προεστώτα τῆς ἐκκλησίας, καί στόν ἱερέα ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ προστασία ὅλης τῆς οἰκουμένης, καθώς εἶναι «σάν νά ἔχει ἀναλάβει τή φροντίδα ὅλου τοῦ κόσμου, σάν νά εἶναι πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων».
Ὁ Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης μας ἐξέφρασε τίς εὐχαριστίες του πρός τόν ὁμιλητή καί ἐν συνεχείᾳ ἔγιναν μερικές τοποθετήσεις - ἐρωτήσεις. Ἡ Ἱερατική Σύναξη ἔκλεισε μέ τά λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Συμεών, ὁ ὁποῖος τόνισε ὅτι μέ τή σημερινή ὁμιλία ὁλοκληρώνεται ἡ σειρά τῶν ὁμιλιῶν περί ἱερωσύνης τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
* * *
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΣΤ΄ ΛΟΓΟΥὉ π. Νικόλαος Πουλάδας ἐμβάθυνε θεολογικά καί σχολίασε πρακτικά ἀνάμεσα στά ἀποσπάσματα πού εἶχε ἑτοιμάσει καί τά ἀκόλουθα:
1. Ἡ ψυχή τῶν ἱερέων πρέπει νά εἶναι πεντακάθαρη, γιά νά μήν τούς ἐγκαταλείψει ποτέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, γιά νά μποροῦν νά λέγουν, «Δέν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός» (Γαλ. 2,20).
«Καὶ γὰρ τῶν ἀκτίνων αὐτῶν καθαρωτέραν τῷ ἱερεῖ τὴν ψυχὴν εἶναι δεῖ ἵνα μή ποτε αὐτὸν ἔρημον καταλιμπάνῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἵνα δύνηται λέγειν· Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
*
2. Ὅσοι ἀνατίθενται στήν πνευματική φροντίδα τῶν ἱερέων εἶναι ἀπορροφημένοι περισσότερο στίς βιοτικές φροντίδες, γεγονός πού τούς καθιστᾶ ραθυμότερους πρός τήν πνευματική ἐργασία. Γι’ αὐτό πρέπει ὁ διδάσκαλος νά σπέρνει καθημερινά, θά ἔλεγα, ὥστε στή συνέχεια νά εἶναι δυνατόν νά διαρκέσει ὁ λόγος στούς ἀκροατές. Διότι οἱ καλλιεργούμενοι σπόροι καταπνίγονται ἀπό τόν ὑπέρογκο πλοῦτο, ἀπό τό μέγεθος τῆς ἐξουσίας, ἀπό τή ραθυμία πού ἐπιφέρει ἡ τρυφή καί ἀπό πολλά παρόμοια. Πολλές φορές δέ ἡ πυκνότητα τῶν ἀγκαθιῶν δέν ἐπιτρέπει στούς σπόρους οὔτε μέχρι τήν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους νά πέσουν. «Τῶν δὲ ὑπὸ τῷ ἱερεῖ τεταγμένων τὸ πλέον βιωτικαῖς πεπέδηται φροντίσι, καὶ τοῦτο αὐτοὺς ἀργοτέρους πρὸς τὴν τῶν πνευματικῶν ἐργασίαν καθίστησιν· ὅθεν ἀνάγκη τῷ διδασκάλῳ σπείρειν καθ' ἑκάστην, ὡς εἰπεῖν, ἡμέραν, ἵνα τῇ γοῦν συνεχείᾳ δυνηθῇ κρατηθῆναι παρὰ τοῖς ἀκούουσι τῆς διδασκαλίας ὁ λόγος. Καὶ γὰρ πλοῦτος ὑπέρογκος καὶ δυναστείας μέγεθος καὶ ῥαθυμία ἀπὸ τρυφῆς προσγινομένη καὶ πολλὰ ἕτερα πρὸς τούτοις συμπνίγει τὰ καταβαλλόμενα σπέρματα, πολλάκις δὲ ἡ τῶν ἀκανθῶν πυκνότης οὐδὲ μέχρι τῆς ἐπιφανείας ἀφίησι τὸ σπειρόμενον πεσεῖν».
*
3. Ποιός πρέπει λοιπόν νά εἶναι ὁ προσευχόμενος καί πρεσβεύων ὅλη τήν πόλη, γιατί λέγω δέ πόλη; Ἀφοῦ πρεσβεύει ὅλη τήν οἰκουμένη καί παρακαλεῖ τό Θεό νά φανεῖ ἐλεήμων ἔναντι τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο τῶν ζώντων, ἀλλά καί τῶν ἀπελθόντων. Προσωπικά θεωρῶ ἀνεπαρκή γιά τό μέγεθος τῆς ἱκεσίας αὐτῆς ἀκόμη καί τήν παρρησία τοῦ Μωυσῆ καί τοῦ Ἠλία. Ὁ ἱερέας εἶναι σάν νά ἔχει ἀναλάβει τή φροντίδα ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, σάν νά εἶναι ὁ πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.«Τόν γάρ ὑπέρ ὅλης πόλεως, τί λέγω πόλεως, πάσης μὲν οὖν τῆς οἰκουμένης πρεσβεύοντα καὶ δεόμενον ταῖς ἁπάντων ἁμαρτίαις ἵλεων γενέσθαι τὸν Θεόν, οὐ τῶν ζώντων μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀπελθόντων, ὁποῖόν τινα εἶναι χρή; Ἐγὼ μὲν γὰρ καὶ τὴν Μωϋσέως καὶ τὴν Ἠλίου παρρησίαν οὐδέπω πρὸς τὴν τοσαύτην ἱκετηρίαν ἀρκεῖν ἡγοῦμαι. Καὶ γὰρ ὥσπερ τὸν ἅπαντα κόσμον πεπιστευμένος καὶ αὐτὸς ὢν ἁπάντων πατήρ».
*
4. Ὅταν δέ ἐπικαλεῖται τό ἅγιο Πνεῦμα καί ἐπιτελεῖ τή φρικωδέστατη θυσία καί ἐφάπτεται συνεχῶς τοῦ κοινοῦ Δεσπότη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, πές μου, ποῦ θά τόν κατατάξουμε; Πόση καθαρότητα καί πόση εὐλάβεια θά ἀπαιτήσουμε ἀπό αὐτόν; Μπορεῖς νά κατανοήσεις ποιά θά πρέπει νά εἶναι τά χέρια πού διακονοῦν, ποιά ἡ γλώσσα πού θά διαχέει τά ἱερά λόγια, ποιά ψυχή μπορεῖ νά εἶναι καθαρότερη καί ἁγιότερη ἀπό τή δική του, ποῦ ὑποδέχεται μέσα της τόση χάρη ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα; Τή στιγμή αὐτή καί ἄγγελοι παρίστανται γύρω ἀπό τόν ἱερέα καί κάθε οὐράνιο τάγμα βοᾶ καί ὁ τόπος γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο γεμίζει πρός τιμήν τοῦ κειμένου πάνω σέ αὐτό.«Ὅταν δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καλῇ καὶ τὴν φρικωδεστάτην ἐπιτελῇ θυσίαν καὶ τοῦ κοινοῦ πάντων συνεχῶς ἐφάπτηται δεσπότου, ποῦ τάξομεν αὐτόν, εἰπέ μοι; πόσην δὲ αὐτὸν ἀπαιτήσομεν καθαρότητα καὶ πόσην εὐλάβειαν; Ἐννόησον γὰρ ὁποίας τὰς ταῦτα διακονουμένας χεῖρας εἶναι χρή, ὁποίαν τὴν γλῶτταν τὴν ἐκεῖνα προχέουσαν τὰ ῥήματα, τίνος δὲ οὐ καθαρωτέραν καὶ ἁγιωτέραν τὴν τοσοῦτο πνεῦμα ὑποδεξομένην ψυχήν. Τότε καὶ ἄγγελοι παρεστήκασι τῷ ἱερεῖ καὶ οὐρανίων δυνάμεων ἅπαν τὸ βῆμα καὶ ὁ περὶ τὸ θυσιαστήριον πληροῦται τόπος εἰς τιμὴν τοῦ κειμένου».
*
5. Νά εἶναι πολύ συνετός καί ἔμπειρος πολλῶν πραγμάτων, ἐπιπλέον δέ νά γνωρίζει ὅλα τά σχετικά μέ τόν κοσμικό βίο, ὄχι λιγότερο ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κινοῦνται μέσα στόν κόσμο, παράλληλα ὅμως νά εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό αὐτά, περισσότερο καί ἀπό τούς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦνται στά ἐρημικά ὄρη.«Ἀλλὰ καὶ λίαν συνετὸν καὶ πολλῶν ἔμπειρον εἶναι δεῖ. Καὶ πάντα μὲν εἰδέναι τὰ βιωτικὰ τῶν ἐν μέσῳ στρεφομένων οὐχ ἧττον, πάντων δὲ ἀπηλλάχθαι μᾶλλον τῶν τὰ ὄρη κατειληφότων μοναχῶν».




12 Φεβ2013
Ι΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
Ι΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος Ε΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος Ε΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Πραγματοποιήθηκε τήν Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Σώστη (λεωφ. Συγγροῦ) ἡ δέκατη Ἱερατική Σύναξη γιά τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. Στή Σύναξη αὐτή ὁμιλητής ἦταν ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἀριστόβουλος Πολίτης, Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Σμύρνης. Θέμα τῆς εἰσηγήσεώς του ἦταν ἡ παρουσίαση καί ἡ ἐμβάθυνση στόν Ε΄ λόγο «Περί Ἱερωσύνης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.Ὁ ὁμιλητής ἀναφέρθηκε ἀρχικῶς στήν ἔννοια τῆς ἱερωσύνης καί στίς διαστάσεις τοῦ μυστηρίου, μέσα ἀπό μιά εὐρεία πατερική προσέγγιση. Ἀκολούθως, στό δεύτερο μέρος τῆς ὁμιλίας του, στράφηκε στό κεντρικό θέμα τοῦ Ε΄ λόγου, πού εἶναι τό κηρυκτικό ἔργο τοῦ ἱερέα καί ἡ μεγάλη εὐθύνη του γιά τήν ἱερουργία αὐτή. Τελειώνοντας, ἀναφέρθηκε καί στίς διδαχές τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἁπλά καί σοφά λόγια ὁμιλεῖ παρόμοια γιά τόν ἱερέα.
Στό τέλος τῆς ὁμιλίας ὁ Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης μας ἐξέφρασε τίς εὐχαριστίες του πρός τόν π. Ἀριστόβουλο καί ἐν συνεχείᾳ ἔγιναν μερικές τοποθετήσεις. Ἡ Ἱερατική Σύναξη ἔκλεισε μέ τά λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Συμεών.



06 Φεβ2013
Θ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
Θ΄ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος Δ΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
μέ θέμα: «Περί Ἱερωσύνης, λόγος Δ΄»
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἡ ἔνατη Ἱερατική Σύναξη πραγματοποιήθηκε τήν Πέμπτη 31 Ἰανουαρίου στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Σώστη (λεωφ. Συγγροῦ) γιά τούς Κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. Στή Σύναξη αὐτή ὁμιλητής ἦταν ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Πολύκαρπος Κεντικελένης, Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Μυτριδιώτισσας Ἁλίμου. Θέμα τῆς εἰσηγήσεώς του ἦταν ἡ παρουσίαση καί ἡ ἐμβάθυνση στόν Δ΄ λόγο «Περί Ἱερωσύνης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.Κατά τή σύνηθη πρακτική τῶν ὁμιλητῶν ὁ π. Πολύκαρπος εἶχε ἑτοιμάσει καί διένειμε στούς ἱερεῖς ἐπιλεγμένα πατερικά ἀποσπάσματα τοῦ Δ΄ λόγου τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στό πρωτότυπο κείμενο καί σέ νεοελληνική μετάφραση, τά ὁποῖα καί σχολίασε βαθυστόχαστα καί ἐκτενῶς.
Ὁ Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης μας ἐξέφρασε τίς εὐχαριστίες του πρός τόν ὁμιλητή καί ἐν συνεχείᾳ ἔγιναν τοποθετήσεις ἀπό τόν π. Δημοσθένη Παπακωστόπουλο καί τόν π. Διονύσιο Κατσούλη, πού προκάλεσαν ἐνδιαφέρουσα συζήτηση. Ἡ Ἱερατική Σύναξη ἔκλεισε μέ τά λόγια τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Συμεών.
* * *
Ὁ π. Πολύκαρπος Κεντικελένης ἀνέφερε ὅτι ὁ Δ΄ περί Ἱερωσύνης λόγος τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου μπορεῖ νά διακριθεῖ σέ τρεῖς ἐπιμέρους θεματικές ἑνότητες, οἱ ὁποῖες πραγματεύονται:
α) Τήν ἐκλογή ἀναξίων γιά τό ἱερατικό ἀξίωμα κατόπιν πιέσεων τρίτων,
β) Τήν ἀπαραίτητη ἱκανότητα τοῦ ἱερέα νά κηρύττει ἐπαρκῶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, περιχαρακώνοντας τά ὅρια τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, καί
γ) Τήν ἀνυπέρβλητη καί διαχρονική ἱκανότητα διδασκαλίας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τοῦ ποιμένος-προτύπου ἀνά τούς αἰῶνες, τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Εἰδικότερα, στό ζήτημα τῆς ἐκλογῆς στό ἱερατικό ἀξίωμα κατόπιν πιέσεως τρίτων, τήν πρώτη καί μεγαλύτερη σέ ἔκταση θεματική ἑνότητα τοῦ Δ΄ περί Ἱερωσύνης λόγου, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος πραγματεύεται περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες καλεῖται κάποιος, παρά τήν θέλησή του καί κατόπιν πιέσεων ἐξωτερικῶν παραγόντων, νά ἀναλάβει τό ἱερατικό ἀξίωμα, προκειμένου νά ἀποδείξει ὅτι αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιά τήν πλημμελή ἄσκηση καθηκόντων. Προφανῶς, γιά νά ἀφιερώνει ἕνα τόσο μεγάλο μέρος τοῦ Δ΄ Λόγου σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, πολλές θά ὑπῆρξαν οἱ περιπτώσεις κληρικῶν πού προέβαλαν ὡς δικαιολογία γιά τήν ποιμαντική τους ἀνεπάρκεια τήν ἀρχική ἀπροθυμία τους νά ἀναλάβουν τό ἱερατικό ἀξίωμα.
Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ ἀνθρώπινος παράγων καί τό αὐτεξούσιο παίζουν σημαντικό ρόλο ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού ἡ ἐπιλογή κάποιου γίνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Πρός ἐπίρρωση τῆς θέσεώς του, ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ Ἰούδα, τόν ὁποῖο ἐπέλεξε ὁ Θεός καί τόν συγκαταρίθμησε στήν χορεία τῶν ἀποστόλων καί, μάλιστα, τοῦ ἀνέθεσε τή διακονία τοῦ διαχειριστῆ τῶν χρημάτων. Ὁ τρόπος ὅμως πού χειρίστηκε τά ἀξιώματα αὐτά ἐξόργισε τόν Θεό πού τοῦ ἐπέβαλε σκληρότατη ποινή. Ἡ κατάχρηση τῆς τιμῆς καί τοῦ ἀξιώματος πού παραχωρεῖται ἀπό τόν Θεό ἐπιφέρει βαρύτατη τιμωρία, γι’ αὐτό ὅταν μᾶς ἐπιλέγει Ἐκεῖνος θά πρέπει νά κάνουμε τό καλύτερο δυνατό γιά νά γίνουμε ἀρεστοί σ’ Αὐτόν. Ὅποιος ἀρνῆται τίς εὐεργεσίες τοῦ Κυρίου, καθιστώντας ἔτσι μάταιο τό ἔργο του, θά ὑποστεῖ ἀκόμη βαρύτερες τιμωρίες ἀπό ἐκεῖνον πού δέν εὐεργετήθηκε μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι προτιμότερο εἴτε κάποιος, ὅπως στήν περίπτωσή του, νά ἀρνηθεῖ νά ἀναλάβει τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα εἴτε, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ συνομιλητῆ τοῦ Βασιλείου, νά ἐλπίζει στήν χάρη τοῦ Θεοῦ προκειμένου νά πράττει τό θεῖο θέλημα ἔτσι πού νά καταστεῖ ἄξιος τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά προαναφερθέντα ἀναφέρονται στίς περιπτώσεις πού ὁ ὑποψήφιος γιά τό ἱερατικό ἀξίωμα δέχθηκε χωρίς τή θέλησή του καί κάτω ἀπό συνθῆκες πίεσης.
Β. Στό δεύτερο μέρος ἑστιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν λόγο ὡς ἀπαραίτητη ἱκανότητα τοῦ ἱερέα. Ἀκολουθώντας τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ καί κεφαλή αὐτῆς ἔχει τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο, ὁ ἅγιος θεωρεῖ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τήν ἐπιμέλεια τοῦ σώματος αὐτοῦ καί καλεῖται νά τό διατηρήσει ἄσπιλο, ἄνευ οἱουδήποτε ψόγου πού μπορεῖ νά καταστρέψει τήν εὐπρέπειά του. Κι ἄν οἱ ἐπιμελητές τῶν φυσικῶν σωμάτων ἔχουν ἀνάγκη ἀπό προπονητές, ἰατρούς, διαιτολόγους κ.ἄ. καί ἀπό πιστή ἐφαρμογή λεπτομερῶν θεραπειῶν, οἱ ἱερεῖς, ὡς ἐπιμελητές τοῦ θεανθρώπινου σώματος τῆς Ἐκκλησίας, χρήζουν βοήθειας τῶν ἀόρατων δυνάμεων, γι’ αὐτό καί θά πρέπει νά ὑπερβαίνουν κατά πολύ τήν ἀνθρώπινη ἀρετή.
Τό πόσο πολύ πιό δύσκολο εἶναι νά ἐπιμελεῖται κανείς τό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό φυσικό σῶμα ὁ ἅγιος τό ὑπογραμμίζει ὡς ἀκολούθως: Ὑπάρχουν πολλές και ποικίλες θεραπεῖες προκειμένου ἕνα σῶμα νά ξεπεράσει τήν ἀσθένειά του. Πλῆθος ἀπό ποικιλίες φαρμάκων, ἰατρικές συσκευές, κατάλληλες τροφές κ.ἄ. Ἀκόμη καί ἡ ποιότητα τοῦ ἀέρα ἤ ἕνας πολύωρος ὕπνος μποροῦν νά ἀποδειχτοῦν ἱκανά ἰατρικά γιά τίς σωματικές ἀσθένειες.
Γιά τό θεανθρώπινο ὅμως σῶμα, πέρα ἀπό τά καλά ἔργα καί τό πρότυπο ἐνάρετου βίου πού ὀφείλει νά ἀποτελεῖ ὁ ἱερέας γιά τό ποίμνιό του, ὑπάρχει μόνο ἡ διά τοῦ λόγου διδασκαλία. Διότι γιά τήν ἄριστη ἠθική κατάσταση τῶν πιστῶν ὁ ὑποδειγματικός βίος τῶν ἱερέων μπορεῖ νά προκαλέσει τό ζῆλο γιά τήν ὀρθή διαγωγή, ὅταν ὅμως ἡ ψυχή τῶν πιστῶν νοσεῖ σέ ζητήματα διδασκαλίας καί δογμάτων, τότε ὁ λόγος ἀποδεικνύεται τό ἀπαραίτητο ὅπλο, ἡ μαχαίρα τοῦ πνεύματος, μέ τό ὁποῖο διασφαλίζεται ἡ ἑνότητα τῆς ποίμνης καί ἡ ἀπόκρουση τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν. Ἀκόμη καί ἡ ἐπιτέλεση θαυμάτων ἐκ μέρους ἑνός ποιμένος πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τόν ὀρθό λόγο.
Μιά ἰδιαιτερότητα εἶναι τό γεγονός ὅτι εἶναι πολλοί οἱ ἐχθροί καί τά μέτωπα πού πρέπει νά ἀντιμετωπίσει ὁ ἱερέας. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἀναφέρει τρεῖς διαφορετικές κατηγορίες ἐχθρῶν, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ὑποχρεώθηκε νά ἀντιμετωπίσει μέ σκληρούς ἀγῶνες τούς τέσσερεις πρώτους αἰῶνες: τούς εἰδωλολάτρες, τούς Ἰουδαίους καί τούς Μανιχαίους. Πρόκειται γιά αἱρέσεις πού ὁ ἱερέας πρέπει νά γνωρίζει καλά προκειμένου νά τίς ἀντιμετωπίσει, διότι σέ διαφορετική περίπτωση ὁ λύκος τῆς αἱρέσεως θά κατασπαράξει τό ποίμνιο. Ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σέ πολλές περιπτώσεις αὐτοί οἱ πόλεμοι ἐναντίον τῶν αἱρέσεων δέν κερδίθηκαν ἀπό ποιμενάρχες, ἀλλά ἀπό μοναχούς, ἐνῶ σέ ἀρκετές περιπτώσεις ποιμενάρχες λαβώθηκαν μέ τό ἴδιο τό ξίφος τοῦ λόγου τους καί γελοιοποιήθηκαν.
Γ. Στό τρίτο μέρος ἑστιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς πρότυπο ποιμένος. Στήν παρατήρηση τοῦ συνομιλητῆ τοῦ Βασιλείου ὅτι ἄν ὁ λόγος εἶναι τόσο σημαντικός στήν ἄσκηση τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων γιά ποιόν λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν προσπάθησε νά ἀποκτήσει τήν ἀρετή τοῦ λόγου, οὔτε ἀπέκρυψε ποτέ τήν ὑστέρησή του στή ρητορική ἱκανότητα, ὅπως ὁμολόγησε εὐθαρσῶς πρός τούς Κορινθίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σέ μεγάλη ὑπόληψη τή ρητορική τέχνη, ὁ ἱερός Χρυσόστομος βρίσκει ἀπολύτως ἀνακριβή αὐτήν τήν κριτική πρός τόν ποιμένα πού θεωρεῖ πρότυπο, τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Κανένας ποιμένας τῆς ἐποχῆς του δέν μποροῦσε νά συγκριθεῖ μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, καθώς ἀκόμη καί νά μήν μιλοῦσε ἡ παρουσία του ἦταν ἀρκετή γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ δαίμονες, ἐνῶ προσευχόμενος ἀνάσταινε νεκρούς καί ἔκανε πολλά θαύματα, ἔτσι πού οἱ εἰδωλολάτρες νά τόν θεωρήσουν Θεό. Πέρα ἀπό τά θαύματα πού ἐπετέλεσε, ἡ ἀγγελική του πολιτεία, ἡ ἱεραποστολική του δράση, οἱ κίνδυνοι στούς ὁποίους ὑποβλήθηκε ἀποτελοῦν ἀπόδειξη ὅτι ὑπῆρξε ἀνυπέρβλητος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ.
Τό γεγονός δέ ὅτι ὁ λόγος του εἶναι ἀξεπέραστος ἀποδεικνύεται καί ἀπό τά συγγράμματά του πού ἀποτελοῦν τό ἀδαμάντινο τείχος ἐπάνω στό ὁποῖο στηρίχθηκε τό φρούριο τῆς Ἐκκλησίας. Τά συγγράμματά του μάλιστα δέν ἀποτελοῦν ἁπλά τό ὅπλο γιά τήν ἀνατροπή τῶν νόθων δογμάτων καί τῶν κακοδοξιῶν, ἀλλά ταυτόχρονα συντελοῦν τά μέγιστα καί πρός τήν ἠθική βιωτή μας. Αὐτά τά συγγράμματα διαμορφώνουν καί ὁδηγοῦν ἀνά τούς αἰῶνες τό ποίμνιο πρός τό πνευματικό κάλλος.
Τελειώνοντας, ὁ εἰσηγητής π. Πολύκαρπος τόνισε ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἱερέα δέν εἶναι οὔτε καλλωπιστικός, οὔτε «ἀκαδημαϊκῆς φύσεως», ὅπως συνέβαινε στούς ἀρχαίους ρήτορες, ἀλλά ἔχει σωτηριολογικές προεκτάσεις καί συνέπειες ἐπί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ποίμνιου. Γι’ αὐτό θεωρεῖται ἀπαραίτητη ἱκανότητα κάθε ἱερέα.
α) Τήν ἐκλογή ἀναξίων γιά τό ἱερατικό ἀξίωμα κατόπιν πιέσεων τρίτων,
β) Τήν ἀπαραίτητη ἱκανότητα τοῦ ἱερέα νά κηρύττει ἐπαρκῶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, περιχαρακώνοντας τά ὅρια τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, καί
γ) Τήν ἀνυπέρβλητη καί διαχρονική ἱκανότητα διδασκαλίας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τοῦ ποιμένος-προτύπου ἀνά τούς αἰῶνες, τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Εἰδικότερα, στό ζήτημα τῆς ἐκλογῆς στό ἱερατικό ἀξίωμα κατόπιν πιέσεως τρίτων, τήν πρώτη καί μεγαλύτερη σέ ἔκταση θεματική ἑνότητα τοῦ Δ΄ περί Ἱερωσύνης λόγου, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος πραγματεύεται περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες καλεῖται κάποιος, παρά τήν θέλησή του καί κατόπιν πιέσεων ἐξωτερικῶν παραγόντων, νά ἀναλάβει τό ἱερατικό ἀξίωμα, προκειμένου νά ἀποδείξει ὅτι αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιά τήν πλημμελή ἄσκηση καθηκόντων. Προφανῶς, γιά νά ἀφιερώνει ἕνα τόσο μεγάλο μέρος τοῦ Δ΄ Λόγου σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, πολλές θά ὑπῆρξαν οἱ περιπτώσεις κληρικῶν πού προέβαλαν ὡς δικαιολογία γιά τήν ποιμαντική τους ἀνεπάρκεια τήν ἀρχική ἀπροθυμία τους νά ἀναλάβουν τό ἱερατικό ἀξίωμα.
Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ ἀνθρώπινος παράγων καί τό αὐτεξούσιο παίζουν σημαντικό ρόλο ἀκόμη καί στήν περίπτωση πού ἡ ἐπιλογή κάποιου γίνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Πρός ἐπίρρωση τῆς θέσεώς του, ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ Ἰούδα, τόν ὁποῖο ἐπέλεξε ὁ Θεός καί τόν συγκαταρίθμησε στήν χορεία τῶν ἀποστόλων καί, μάλιστα, τοῦ ἀνέθεσε τή διακονία τοῦ διαχειριστῆ τῶν χρημάτων. Ὁ τρόπος ὅμως πού χειρίστηκε τά ἀξιώματα αὐτά ἐξόργισε τόν Θεό πού τοῦ ἐπέβαλε σκληρότατη ποινή. Ἡ κατάχρηση τῆς τιμῆς καί τοῦ ἀξιώματος πού παραχωρεῖται ἀπό τόν Θεό ἐπιφέρει βαρύτατη τιμωρία, γι’ αὐτό ὅταν μᾶς ἐπιλέγει Ἐκεῖνος θά πρέπει νά κάνουμε τό καλύτερο δυνατό γιά νά γίνουμε ἀρεστοί σ’ Αὐτόν. Ὅποιος ἀρνῆται τίς εὐεργεσίες τοῦ Κυρίου, καθιστώντας ἔτσι μάταιο τό ἔργο του, θά ὑποστεῖ ἀκόμη βαρύτερες τιμωρίες ἀπό ἐκεῖνον πού δέν εὐεργετήθηκε μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι προτιμότερο εἴτε κάποιος, ὅπως στήν περίπτωσή του, νά ἀρνηθεῖ νά ἀναλάβει τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα εἴτε, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ συνομιλητῆ τοῦ Βασιλείου, νά ἐλπίζει στήν χάρη τοῦ Θεοῦ προκειμένου νά πράττει τό θεῖο θέλημα ἔτσι πού νά καταστεῖ ἄξιος τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά προαναφερθέντα ἀναφέρονται στίς περιπτώσεις πού ὁ ὑποψήφιος γιά τό ἱερατικό ἀξίωμα δέχθηκε χωρίς τή θέλησή του καί κάτω ἀπό συνθῆκες πίεσης.
Β. Στό δεύτερο μέρος ἑστιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν λόγο ὡς ἀπαραίτητη ἱκανότητα τοῦ ἱερέα. Ἀκολουθώντας τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ καί κεφαλή αὐτῆς ἔχει τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο, ὁ ἅγιος θεωρεῖ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τήν ἐπιμέλεια τοῦ σώματος αὐτοῦ καί καλεῖται νά τό διατηρήσει ἄσπιλο, ἄνευ οἱουδήποτε ψόγου πού μπορεῖ νά καταστρέψει τήν εὐπρέπειά του. Κι ἄν οἱ ἐπιμελητές τῶν φυσικῶν σωμάτων ἔχουν ἀνάγκη ἀπό προπονητές, ἰατρούς, διαιτολόγους κ.ἄ. καί ἀπό πιστή ἐφαρμογή λεπτομερῶν θεραπειῶν, οἱ ἱερεῖς, ὡς ἐπιμελητές τοῦ θεανθρώπινου σώματος τῆς Ἐκκλησίας, χρήζουν βοήθειας τῶν ἀόρατων δυνάμεων, γι’ αὐτό καί θά πρέπει νά ὑπερβαίνουν κατά πολύ τήν ἀνθρώπινη ἀρετή.
Τό πόσο πολύ πιό δύσκολο εἶναι νά ἐπιμελεῖται κανείς τό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό φυσικό σῶμα ὁ ἅγιος τό ὑπογραμμίζει ὡς ἀκολούθως: Ὑπάρχουν πολλές και ποικίλες θεραπεῖες προκειμένου ἕνα σῶμα νά ξεπεράσει τήν ἀσθένειά του. Πλῆθος ἀπό ποικιλίες φαρμάκων, ἰατρικές συσκευές, κατάλληλες τροφές κ.ἄ. Ἀκόμη καί ἡ ποιότητα τοῦ ἀέρα ἤ ἕνας πολύωρος ὕπνος μποροῦν νά ἀποδειχτοῦν ἱκανά ἰατρικά γιά τίς σωματικές ἀσθένειες.
Γιά τό θεανθρώπινο ὅμως σῶμα, πέρα ἀπό τά καλά ἔργα καί τό πρότυπο ἐνάρετου βίου πού ὀφείλει νά ἀποτελεῖ ὁ ἱερέας γιά τό ποίμνιό του, ὑπάρχει μόνο ἡ διά τοῦ λόγου διδασκαλία. Διότι γιά τήν ἄριστη ἠθική κατάσταση τῶν πιστῶν ὁ ὑποδειγματικός βίος τῶν ἱερέων μπορεῖ νά προκαλέσει τό ζῆλο γιά τήν ὀρθή διαγωγή, ὅταν ὅμως ἡ ψυχή τῶν πιστῶν νοσεῖ σέ ζητήματα διδασκαλίας καί δογμάτων, τότε ὁ λόγος ἀποδεικνύεται τό ἀπαραίτητο ὅπλο, ἡ μαχαίρα τοῦ πνεύματος, μέ τό ὁποῖο διασφαλίζεται ἡ ἑνότητα τῆς ποίμνης καί ἡ ἀπόκρουση τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν. Ἀκόμη καί ἡ ἐπιτέλεση θαυμάτων ἐκ μέρους ἑνός ποιμένος πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τόν ὀρθό λόγο.
Μιά ἰδιαιτερότητα εἶναι τό γεγονός ὅτι εἶναι πολλοί οἱ ἐχθροί καί τά μέτωπα πού πρέπει νά ἀντιμετωπίσει ὁ ἱερέας. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἀναφέρει τρεῖς διαφορετικές κατηγορίες ἐχθρῶν, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ὑποχρεώθηκε νά ἀντιμετωπίσει μέ σκληρούς ἀγῶνες τούς τέσσερεις πρώτους αἰῶνες: τούς εἰδωλολάτρες, τούς Ἰουδαίους καί τούς Μανιχαίους. Πρόκειται γιά αἱρέσεις πού ὁ ἱερέας πρέπει νά γνωρίζει καλά προκειμένου νά τίς ἀντιμετωπίσει, διότι σέ διαφορετική περίπτωση ὁ λύκος τῆς αἱρέσεως θά κατασπαράξει τό ποίμνιο. Ὅπως παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σέ πολλές περιπτώσεις αὐτοί οἱ πόλεμοι ἐναντίον τῶν αἱρέσεων δέν κερδίθηκαν ἀπό ποιμενάρχες, ἀλλά ἀπό μοναχούς, ἐνῶ σέ ἀρκετές περιπτώσεις ποιμενάρχες λαβώθηκαν μέ τό ἴδιο τό ξίφος τοῦ λόγου τους καί γελοιοποιήθηκαν.
Γ. Στό τρίτο μέρος ἑστιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στόν ἀπόστολο Παῦλο ὡς πρότυπο ποιμένος. Στήν παρατήρηση τοῦ συνομιλητῆ τοῦ Βασιλείου ὅτι ἄν ὁ λόγος εἶναι τόσο σημαντικός στήν ἄσκηση τῶν ποιμαντικῶν καθηκόντων γιά ποιόν λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν προσπάθησε νά ἀποκτήσει τήν ἀρετή τοῦ λόγου, οὔτε ἀπέκρυψε ποτέ τήν ὑστέρησή του στή ρητορική ἱκανότητα, ὅπως ὁμολόγησε εὐθαρσῶς πρός τούς Κορινθίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σέ μεγάλη ὑπόληψη τή ρητορική τέχνη, ὁ ἱερός Χρυσόστομος βρίσκει ἀπολύτως ἀνακριβή αὐτήν τήν κριτική πρός τόν ποιμένα πού θεωρεῖ πρότυπο, τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Κανένας ποιμένας τῆς ἐποχῆς του δέν μποροῦσε νά συγκριθεῖ μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, καθώς ἀκόμη καί νά μήν μιλοῦσε ἡ παρουσία του ἦταν ἀρκετή γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ δαίμονες, ἐνῶ προσευχόμενος ἀνάσταινε νεκρούς καί ἔκανε πολλά θαύματα, ἔτσι πού οἱ εἰδωλολάτρες νά τόν θεωρήσουν Θεό. Πέρα ἀπό τά θαύματα πού ἐπετέλεσε, ἡ ἀγγελική του πολιτεία, ἡ ἱεραποστολική του δράση, οἱ κίνδυνοι στούς ὁποίους ὑποβλήθηκε ἀποτελοῦν ἀπόδειξη ὅτι ὑπῆρξε ἀνυπέρβλητος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ.
Τό γεγονός δέ ὅτι ὁ λόγος του εἶναι ἀξεπέραστος ἀποδεικνύεται καί ἀπό τά συγγράμματά του πού ἀποτελοῦν τό ἀδαμάντινο τείχος ἐπάνω στό ὁποῖο στηρίχθηκε τό φρούριο τῆς Ἐκκλησίας. Τά συγγράμματά του μάλιστα δέν ἀποτελοῦν ἁπλά τό ὅπλο γιά τήν ἀνατροπή τῶν νόθων δογμάτων καί τῶν κακοδοξιῶν, ἀλλά ταυτόχρονα συντελοῦν τά μέγιστα καί πρός τήν ἠθική βιωτή μας. Αὐτά τά συγγράμματα διαμορφώνουν καί ὁδηγοῦν ἀνά τούς αἰῶνες τό ποίμνιο πρός τό πνευματικό κάλλος.
Τελειώνοντας, ὁ εἰσηγητής π. Πολύκαρπος τόνισε ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἱερέα δέν εἶναι οὔτε καλλωπιστικός, οὔτε «ἀκαδημαϊκῆς φύσεως», ὅπως συνέβαινε στούς ἀρχαίους ρήτορες, ἀλλά ἔχει σωτηριολογικές προεκτάσεις καί συνέπειες ἐπί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ποίμνιου. Γι’ αὐτό θεωρεῖται ἀπαραίτητη ἱκανότητα κάθε ἱερέα.


